ΕλληνικάEnglish (UK)

Ιερά Μονή Παναγίας Αρτοκώστα

ΚΗΡΥΞΗ: ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ30/7236/201/16-2-1996, Φ.Ε.Κ. 193/τ.Β΄/22-3-1996, ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο.

ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΘΕΣΗ - ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ

Το μοναστήρι της Αρτοκωστάς αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα και πιο αντιπροσωπευτικά μοναστικά κέντρα της Κυνουρίας με διατηρημένη την παραδοσιακή μορφή του. Η μονή απέχει από τον Άγιο Ανδρέα 12 χιλιόμετρα, από το Λεωνίδιο 52 χλμ. και από το Άστρος 21 χλμ. Το μοναστήρι της Αρτοκωστάς κτίστηκε πραγματικά σε «τόπον ευάρεστον και αρμόδιον», όπως λέει το σιγίλλιο του 1617, περιβαλλόμενο από ράχες και ψηλές βουνοκορφές: Στόϊ, Κλινοβάς και Σχίνου. Έχει στραμμένη τη βορινή του πλευρά προς τη ρεματιά του Βρασιάτη, ενώ από τις άλλες τρεις πλευρές περιβάλλεται από καταπράσινο τοπίο. Εμπρός στην είσοδό του, μία τεράστια καρυδιά σκιάζει ένα μεγάλο επίπεδο άπλωμα.

Η μονή ανήκει στην κοινότητα Πραστού. Εκκλησιαστικώς υπάγεται σήμερα στην Ιερά Μητρόπολη Μαντινείας και Κυνουρίας, ενώ κατά τον μεσαίωνα ανήκε στη Μητρόπολη Μονεμβασίας και πιο συγκεκριμένα στην  Επισκοπή Ρέοντος και Πραστού.

Υπάρχουν δύο μονές αφιερωμένες στην Παναγία: η σημερινή γυναικεία σε λειτουργία μονή Αρτοκωστάς ή Ορθοκωστάς και η πρώτη, η παλαιά βυζαντινή, κτισμένη σε απόσταση τριών χιλιομέτρων βορειοανατολικά, η οποία σε διάκριση από τη νεότερη, λεγόταν «Κάτω Παναγιά». Η παλαιά βυζαντινή μονή της Παναγίας Αρτοκωστά, που βρίσκεται σήμερα ανάμεσα στη βυζαντινή πόλη του Πραστού και της νεότερης κωμόπολης του Αγίου Ανδρέα επαρχίας Κυνουρίας, είναι ερειπωμένη. Η επωνυμία που διατηρείται ακόμη –«Κάτω Παναγιά» - κατά πάσα πιθανότητα δεν ήταν η αρχική του παλαιού μοναστηριού, αλλά μεταγενέστερη. Για άγνωστη αιτία κάποια στιγμή εγκαταλείφθηκε από τους μοναχούς, οι οποίοι μετακινήθηκαν για άγνωστους λόγους ψηλότερα. Φυσικό ήταν τότε οι μοναχοί της Παναγιάς να αποκαλέσουν το αρχικό μοναστήρι σε αντιδιαστολή προς την σωζόμενη κάτω εκκλησία: «Κάτω Παναγιά». Ανεβαίνοντας από τον Άγιο Ανδρέα, αντικρίζουμε πρώτα στα δεξιά μας την «Κάτω Παναγιά». Βρίσκεται πάνω από τη ρεματιά του Βρασιώτη ή Βρασιάτη, στη τοποθεσία «Βρύση», όπου υπάρχει κρήνη των χρόνων της Τουρκοκρατίας.

 

ΟΝΟΜΑΣΙΑ

Το όνομα της μονής –παλιάς και νέας- παραδίδεται μέσα από την προφορική παράδοση, ως «Ορθοκωστά» ή «Αρτοκωστά». Στην επένδυση της εικόνας της Παναγίας που συνδέεται από παλιά με το μοναστήρι, γνωστής με την επωνυμία «La Beata Vergine delle Grazie», η οποία έχει μεταφερθεί στην Ιταλία και σήμερα κοσμεί το ναό του San Samuele στη Βενετία, η Παναγία αναφέρεται ως «Μήτηρ Θεού η Αρτοκωστά». Στην επιγραφή της επιδιόρθωσης της Μονής του 1424/25 αναφέρεται επίσης με το όνομα: «Αρτοκωστά». Όμως, σε παλιό σιγίλλιο του 1617 τη βρίσκουμε ως εξής: «… εν τη τοποθεσία ορθοκοτζάς» και σε άλλα τρία σωζόμενα σιγίλλια άλλοτε τη συναντάμε ως «Ορθοκοτζάς» και άλλοτε ως «Ορθοκωστάς», που είναι άλλωστε και ο λόγιος τύπος που επικρατεί. Σε θύμηση του 1663 και πάλι «Αρτοκοστά». Στην ανακαίνιση του μετοχιού της, του Ευαγγελισμού, αναγράφεται  το 1774 «Αρτοκοστάς», ενώ στον Κώδικα του 1828 διαβάζουμε: «… του επιλεγομένου Εορτακουστής, τα νυν δε Ορθοκωστάς».

Υπόθεση, που βγαίνει μέσα από τη μελέτη των ενετικών εγγράφων, διατυπώνεται από τη Θεοχάρη: μήπως το τοπωνύμιο προέρχεται από το «ESCORTA ή SCORTA», που αναφέρεται στο «Χρονικό του Μωρέως»;.

Άλλη πιθανή προέλευση της ονομασίας της μονής είναι η «Εορτακουστή». Το πιθανότερο είναι ότι αυτή τη λέξη επιζητούσαν οι λόγιοι της εποχής και ίσως οι πατριαρχικοί γραφείς, που συνέτασσαν τα επίσημα πατριαρχικά έγγραφα, όταν αναζητούσαν κάποια ετυμολογική προέλευση της επωνυμίας και γράφοντας συνδύασαν την λέξη «εορτή», που αγγίζει τα νοήματα των μοναστηριακών ιεροπραξιών και παρήγαγαν μια τρίτη επωνυμία για τη μονή, «Εορτακουστή», ως φημιζόμενη και ξακουστή από άποψη εορτής. Σήμερα, όπως προαναφέρθηκε, έχει επικρατήσει η επωνυμία Ορθοκωστά.

 

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΥΣ ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

Οι Αντωνακάτου Ντιάνα και Τάκης Μαύρος, όταν το καλοκαίρι του 1969 πραγματοποίησαν επίσκεψη στη μονή, βρήκαν στο πεζούλι τους μοναχούς της Αρτοκοστάς. Περιγράφουν χαρακτηριστικά:

«Η ηλικία, η μοναξιά και οι αρρώστιες, σώματος και ψυχής, τους παρέδιδαν ανυπεράσπιστους σε ένα αίσθημα άπειρης συμπόνιας, που γεννούν πάντα τα αβοήθητα γεράματα των ανδρών. Είναι περίεργο και αληθινό, αλλά αυτή η αδυναμία να τα βγάλουν πέρα με τις μικρές ασήμαντες πράξεις της αυτοσυντήρησης, κάνει τους γέρους μικρά παιδιά εγκαταλειμμένα, μέσα στην ανημποριά τους. Ποτέ οι γριές δε μένουν έτσι ανυπεράσπιστες. Παλεύουν ως το τέλος, για να υπάρξουν μέσα στο νοικοκυριό, στη σημασία του περιττού, στων διακοσμητικών στοιχείων το ενδιαφέρον. Στα γεράματα, η επάρκειά τους τις μεταβάλλει σε «ισχυρό φύλο». … Είδαμε καλόγριες ηλικιωμένες, ολομόναχες... Και ποτέ δεν μας άφησαν να τις λυπηθούμε για τη μοναξιά ή τα γεράματά τους. Οι γέροι της Αρτοκοστάς ήταν ο Ιερεμίας, πάνω από 80 χρόνων, με παράλυτα σχεδόν άκρα, ο Παΐσιος, της ίδιας ηλικίας, ημίπληκτος και αλλοπαρμένος και ο Σωφρόνιος, 75 χρονών, αυτός που φρόντιζε τους άλλους δύο. Το Μοναστήρι της Αρτοκοστάς σίγουρα δεν τους χρωστούσε καλλωπιστικές επιδείξεις ..... Τους χρωστούσε όμως τη μορφή του, που διατηρήθηκε χωρίς «επεμβάσεις», γερασμένη αλλά όχι άψυχη.

…..Την τελευταία φορά που είδαμε τον Ιερεμία, ήταν βαρυχειμωνιά. Κουρνιασμένος δίπλα στο μισόσβηστο τζάκι, στο αφρόντιστο κελλί του, προσπαθούσε να ετοιμάσει μια φασολάδα, περιμένοντας τον Σωφρόνιο που πήγε να κόψει ξύλα στο βουνό. Την ανακάτευε στο μεταξύ με μια ωραία κουτάλα ξυλόγλυπτη, που είχε ο ίδιος σκαλίσει πριν χρόνια. Ήταν ομιλητικός, με βροντερή φωνή και δυνατό γέλιο, με πολλές αναμνήσεις, ροδοκόκκινος, κεφάτος και αξιολύπητος. Όταν γύρισε από το βουνό ο Σωφρόνιος, «ξυλιασμένος», ήρθε για λίγο και κάθισε δίπλα στη φωτιά. Άρχισε και κείνος με τις δικές του αναμνήσεις για το ’41και τους Γερμανούς. Με χαμηλό τόνο, με φωνή που την έσπαζε ένα μικρό άκαιρο γέλιο, μας διηγήθηκε πως τον είχαν πάρει όμηρο και πως βρέθηκε με τα γυναικόπαιδα κλεισμένος στην εκκλησιά της Φανερωμένης, στην Ανδρίτσαινα. … Τον Ιερεμία δεν τον ξανάδαμε. Πέθανε το 1977».] 

 

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Ανεξάρτητα από την ιστορική πορεία και τον εσωτερικό βίο της παλαιάς μονής, καθώς και της εγκαταλείψεως αυτής από τους μοναχούς της, η Παναγία Ορθοκωστά συγκαταλέγεται ανάμεσα στις μονές, που λεηλατήθηκαν και  διαλύθηκαν ή καταστράφηκαν και απέμειναν έρημες από μοναχούς, εξαιτίας των δραματικών γεγονότων της πτώσεως της Βασιλεύουσας και των επιχειρήσεων στην Πελοπόννησο, που κατέληξαν στην κατάκτησή της από τους Τούρκους κατά τα τέλη του 1460.

Από κώδικα της εν λειτουργία μονής Αρτοκωστάς, ο οποίος χρονολογείται στις αρχές του 18ου αι. και στον οποίο η «Κάτω Παναγιά» αναφέρεται ως «το αρχινότερο» κτίριο, προκύπτει ότι η μονή είχε αρχικά ιδρυθεί στη θέση όπου βρίσκονται σήμερα ερείπια ναού (δεξιά πριν φτάσουμε στην εν λειτουργία μονή Αρτοκωστά και τρία χλμ. βορειοανατολικά από αυτήν). Για άγνωστους λόγους, οι οποίοι, ωστόσο κατά πάσα πιθανότητα σχετίζονται με τις συνθήκες που επικράτησαν μετά την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Τούρκους και την ενδεχόμενη καταστροφή της, η μονή κάποια στιγμή εγκαταλείφθηκε και τον 17ο αι. οι μοναχοί ίδρυσαν νέα μονή λίγο ψηλότερα, στη θέση όπου λειτουργεί σήμερα η μονή.

Η νέα μονή ιδρύεται το έτος 1617 οπότε ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Τιμόθεος Β΄ απολύει σχετικό σιγίλλιο από το οποίο μαθαίνουμε μάλιστα και τον κτήτορα της νέας μονής, τον Νικόλαο Μπελόκα. Το ίδιο έτος ζητήθηκε και η άδεια του Πατριαρχείου για να γίνει σταυροπηγιακή. Σχετικά με την Αρτοκωστά, σώζονται πατριαρχικά έγγραφα στο αρχείο της μονής της Λουκούς. Ο Νικόλαος Μπελόκας, ο κτήτορας της νέας μονής, φαίνεται πως προερχόταν από την τάξη των ντόπιων αρχόντων Πραστού κατά τη διάρκεια της πρώτης τουρκοκρατίας. Έγινε μοναχός με το όνομα Νικηφόρος και πέθανε στη μονή το 1630. Σε εντοιχισμένη πλάκα διαστάσεων: 0,45 x 0,60 μ. στη νότια πλευρά του ναού, επάνω σε διακοσμητική παράσταση λαϊκού χαρακτήρα, διαβάζουμε τη μνήμη του θανάτου του.

Το 1647-1648 συνάγεται ανανέωση του σταυροπηγιακού προνομίου της μονής από τον πατριάρχη Ιωαννίκιο Β΄. Σύμφωνα με σωζόμενες επιγραφές το 1701 κτίζεται η τράπεζα της επάνω μονής και το 1711 κτίζεται η Κάτω Παναγιά, με την φροντίδα του ηγουμένου Ησαΐα και με την οικονομική επιβάρυνση των αδελφών Τρουχάνη από τον Πραστό. Στις αρχές του 18ου αιώνος η μονή κατείχε μεγάλη κτηματική περιουσία, που έφτανε μέχρι το Γεράκι και εκτός από τα εγγύς της μονής άγγιζε τον Μαλεβό. Κατείχε κτήματα με εκκλησία και σπίτια στον Γιαλό, είτε προς τον Άγιο Ανδρέα, είτε  στην παραλία Τυρού.

Το 1714 πραγματοποιείται επίσης από τον ηγούμενο Ησαΐα και σύμφωνα με επιγραφή εντοιχισμένη στον ίδιο το ναΐσκο, ανακαίνιση του μικρού ναού του Ευαγγελισμού στο μετόχι της μονής που βρίσκεται κοντά στον Αγ. Ανδρέα Κυνουρίας. Άλλη επιγραφή μας πληροφορεί ότι το 1715 ανακαινίζεται ο πύργος και τα κελλιά στο ίδιο μετόχι. Το 1727 ανακαινίζεται, επίσης σύμφωνα με επιγραφή, ο πύργος και τα κελλιά της Αρτοκοστάς. Το 1770 η μονή (πιθανώς η κάτω) πυρπολείται από τους Αλβανούς.

Κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού Αγώνα, τα τσακώνικα μοναστήρια που ήσαν πολύ κοντά στα επαναστατικά κέντρα (Πραστός, Τυρός, Σίταινα, Λεωνίδιον), μετείχαν στις προεπαναστατικές κινήσεις και τελικά στην Επανάσταση του ’21. Στην Ορθοκωστά, ο ηγούμενος Ιωάσαφ Κανέστρας είχε εξοπλίσει ειδικό σώμα 50 αγωνιστών και το συντηρούσε με έξοδα της μονής. Αναφέρεται μάλιστα ότι το σώμα αυτό και ο ηγούμενος Ιωάσαφ Κανέστρας έλαβαν μέρος σε μάχες: στην έφοδο της Τριπολιτσάς και στην πολιορκία του Ναυπλίου. Τρεις από τους μοναχούς της σκοτώθηκαν στις μάχες. Το 1826 η επάνω μονή πυρπολείται από τον Ιμπραήμ και το καθολικό που είχε ιδρύσει ο Ν. Μπελόκας καταστρέφεται. Το 1864 συντελείται η ανέγερση του σημερινού καθολικού της επάνω μονής από τον εργολάβο Γεώργιο Ανδρέου, αντί 8.800 δρχ.

Στις αρχές του 20ου αιώνα η Αρτοκοστά έχει 20 μοναχούς, με προϋπολογισμό 15.000 δρχ. το έτος και το 1970 το μοναστήρι βρίσκεται μόνο με τρεις υπέργηρους μοναχούς. Το έτος 1982 η μονή μετατράπηκε σε γυναικεία.

 

ΦΑΣΕΙΣ / ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΜΟΝΗΣ

Παλαιά Μονή – «Κάτω Παναγιά» - Α΄Φάση:

12ος αιώνας ή υστεροβυζαντινή περίοδος: Υπάρχει υπόθεση για ίδρυση της Μονής. Στον 12ο αιώνα χρονολογείται πιθανώς η εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας, που συνδέεται με το μοναστήρι και που σήμερα σώζεται στο ναό San Samuele της Βενετίας.

1380-1383: Πρώτη διακόσμηση της εικόνας της Παναγίας από τον Ιωάννη Καντακουζηνό.

1424-25: Επιγραφή όπου μαρτυρείται η ανακαίνιση της μονής επί της βασιλείας Ιωάννου Παλαιολόγου με τη συνδρομή του Αντωνίου Σαραντάρι, ηγουμενεύοντος του Θεοδόλου, ιερομονάχου αρχιμανδρίτου.

1460: Πιθανή καταστροφή της Κάτω Παναγιάς. Η μονή διαλύεται και η εικόνα μεταφέρεται στο Ναύπλιο.

1540: Η εικόνα της Παναγίας μεταφέρεται στη Βενετία.

 

Παλαιά Μονή – «Κάτω Παναγιά»- Β΄Φάση [Β΄Ενετοκρατία (1711)]:

1711: Σύμφωνα με επιγραφή του εξωνάρθηκα πραγματοποιήθηκε δεύτερη ανακαίνιση της μονής το έτος ‚αψια’=1711 επί της αριστοκρατίας των Ενετών με έξοδα των τιμίων αρχόντων, τριών αδελφών «Κυρ Ιωάννη Τρουχάνη και Κωνσταντή και Γεώργη» και με τη συνεργεία του ηγουμένου Ησαΐου.

Η μονή, την οποία ανακαίνισαν οι Παλαιολόγοι, δεν είναι αυτή που λειτουργεί σήμερα, αλλά η «Κάτω Παναγιά», που αναφέρεται στον κώδικα της μονής του έτους 1729: «έχομε και στην Κάτω Παναγιά το Μοναστήρι οπού είναι αρχινότερον από το επάνω οπού καθόμαστε». Του παλαιού αυτού μοναστηριού σώζονται ακόμα τα ερείπια σε απόσταση μισής ώρας από τη σημερινή μονή, κοντά στη θέση «Βρύση», όπου υπάρχει κρήνη της περιόδου της Τουρκοκρατίας. Εκτός του ναού, κατά τη νοτιοδυτική γωνία βρίσκονται και τα ερείπια των κελλιών της μονής. Στην υφιστάμενη σήμερα μονή που βρίσκεται ψηλότερα, σώζεται επιγραφή που μνημονεύει μαζί τη βυζαντινή μονή και την ανακαίνισή της κατά τη Β΄ Ενετοκρατία: η μονή ανακαινίσθηκε το 1711, όπως πληροφορεί η επιγραφή του εξωνάρθηκα, επί αριστοκρατίας των Ενετών, οι οποίοι επέδειξαν ιδιαίτερη μέριμνα για την μονή – κατά τα σωζόμενα έγγραφα- υπολογίζοντας ίσως, όπως και οι Παλαιολόγοι, την στρατηγική θέση της Αρτωκοστάς. Το έτος 1770 ο ναός αυτός της εποχής της Ενετοκρατίας ίσως πυρπολήθηκε από τους Αλβανούς.

Νέα – Υφιστάμενη μονή  - Α΄ Φάση (1617 – 1826):

Η μονή αυτή αντικατέστησε τη βυζαντινή μονή της Κάτω Παναγιάς, που πιθανόν να καταστράφηκε στα 1460 ή αργότερα.

Στα 1617, όπως μας πληροφορεί το παλαιότερο σωζόμενο σιγίλλιο της μονής, που εκδόθηκε από τον πατριάρχη Τιμόθεο τον Β΄, ο από της αγιωτάτης επαρχίας Ναυπλίου και Άργους χρησιμώτατος εν άρχουσι κύριος Νικόλαος Μπελόκας…, ανεγείρει εκεί εξ ιδίων αναλωμάτων ναόν εκ βάθρων… και γράφει προς (τον Πατριάρχην) και αξιοί του τυχείν γράμματος πατριαρχικού… του είναι και ονομάζεσθαι το μοναστήριον πατριαρχικόν σταυροπήγιον. Ο ευάρεστος και αρμόδιος τόπος, τον οποίο βρήκε ο άρχων Μπελόκας, δεν είναι άλλος από εκείνον στον οποίο βρίσκεται η σημερινή μονή.

Στα 1826 η μονή και το αρχικό καθολικό του Μπελόκα υπέστησαν σημαντικές ζημιές από πυρκαγιά που προκάλεσε ο Ιμπραήμ. Από την καταστροφή αυτή διασώθηκαν μόνο η εικόνα της Θεοτόκου Βρεφοκρατούσας, η οποία και σήμερα εκτίθεται σε προσκύνηση, οι εικόνες του τέμπλου (=1698), οι οποίες μάλιστα επισκευάστηκαν το 1872 «υπό του Α. Ηλίου, ζωγράφου εξ Άργους» και μέρος του πλακόστρωτου δαπέδου που φέρει στο μέσο ομφάλιο τετράγωνο με δικέφαλο αετό και γύρω την επιγραφή:

‚αχκζ΄ Εστρώθη ο ναός

Ούτος διά χειρός Μαστροϊωάννου

διά εξόδου του τιμιωτάτου κυρ Σταμ

ατίου Μπελώκα και ηγουμενεύοντος Διονυσίου

ιερομονάχου.

Ο ηγουμενεύων δραστήριος ιερομόναχος Ησαΐας φέρεται -σύμφωνα με τις εντοιχισμένες ανορθόγραφες επιγραφές- ως ο ανακαινιστής των μοναστηριακών κτισμάτων και των μετοχίων της μονής. Σειρά επιγραφών από το 1701 έως το 1727 αναφέρει τον ηγούμενο Ησαΐα ως ανακαινιστή της τραπέζης και του πύργου της μονής, όπως και του ναού και του πύργου του μετοχίου του Ευαγγελισμού, δίπλα από τον Άγιο Ανδρέα.

Νέα Μονή – Β΄Φάση (1865 έως και σήμερα):

Από την εποχή της ίδρυσης της πάνω μονής και μέχρι τον απελευθερωτικό αγώνα, η μονή εξελίχθηκε σε πλούσιο μοναστικό κέντρο. Προεπαναστατικά και στη διάρκεια του Αγώνος του 1821 η μονή προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στο Έθνος, βοηθώντας με τρόφιμα, παρέχοντας φιλοξενία για στρατωνισμό των αγωνιστών και συμπαραστέκοντας στους χριστιανούς της περιοχής. Για την συμβολή της αυτή δέχθηκε ως αντίποινα την επιδρομή ανδρών του Ιμπραήμ που την πυρπόλησαν (1826), σύμφωνα και με επιγραφή στον εξωνάρθηκα του καθολικού.

Μετά την απελευθέρωση ανατέθηκε –ύστερα από πλειστηριασμό- με την υπ΄αρ. 11337 απόφαση στις 30 Ιανουαρίου 1864 του Υπουργείου Εκκλησιαστικών, στον εργολάβο Γεώργιο Ανδρέου η ανέγερση του ναού της Ορθοκωστάς, αντί 8.800 δρχ.

Στις 9 Οκτωβρίου 1865 «το έργον της οικοδομής του ναού είχε αποπερατωθή». Διατηρήθηκε όμως στο εσωτερικό του το μαρμαροθετημένο δάπεδο του καθολικού του 1617 με επιγραφή «1627».

Μετά την απελευθέρωση η μονή διέθεσε «300 τάλληρα δίστηλα» για την ανέγερση σχολείων. Στα χρόνια που ακολουθούν λιγοστεύουν οι μοναχοί της, αλλά στις αρχές του 20ου αιώνα αριθμεί 20 αδελφούς. Το 1970 εγκαταβίωναν 3 υπέργηροι μοναχοί. Όταν το 1982 εγκαταστάθηκε γυναικεία αδελφότης, η μονή άρχισε να γνωρίζει νέα άνθηση.

 

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

  1. 1. ΠΑΛΑΙΑ ΜΟΝΗ

Η ερειπωμένη παλαιά μονή, που εντοπίζεται σε πλαγιά χαράδρας του Πάρνωνα, διασώζει το καθολικό, ένα μακρόστενο κτήριο δυτικά, καθώς επίσης και τμήματα του διπλού τείχους, το οποίο περιέβαλε το μοναστήρι και διαμόρφωνε τον φρουριακό του χαρακτήρα. Σε απόσταση 200 μέτρων νοτιοανατολικά, σε στροφή του σημερινού δρόμου, σώζεται νεότερη κρήνη με στοιχεία βενετικής περιόδου, καθώς και με κάποια άλλα στοιχεία της Τουρκοκρατίας.

Καθολικό της Παλαιάς  Μονής

Το καθολικό διατηρεί τμήμα της τρίπλευρης εξωτερικά αψίδας του ιερού, τον βόρειο τοίχο και τον δυτικό στο μεγαλύτερο τμήμα του, ενώ ο νότιος εξωτερικός τοίχος, από το διακονικό και μέχρι τη νοτιοδυτική γωνία είναι κατεστραμμένος μέχρι το ύψος του παραθύρου της αψίδας. Εξωτερικά η τοιχοποιία της αψίδας του ιερού παραπέμπει σε ένα είδος πλινθοπερίκλειστου συστήματος: έχουν χρησιμοποιηθεί πελεκημένοι πωρόλιθοι, τοποθετημένοι σε οριζόντιες στρώσεις, ανάμεσα στις οποίες παρεμβάλλονται πλίνθοι.

Από τα κατάλοιπά του φαίνεται μνημείο επιμελώς κατασκευασμένο. Οι αργοί λίθοι συνδέονται με άφθονο ασβεστοκονίαμα και τονίζονται με τεμάχια πλίνθων. Κατά τη νοτιοδυτική γωνία του χώρου που κατελάμβανε η  μονή διακρίνονται ερείπια των κελλιών της αρχικής της φάσης.

Κίονας που στήριζε την πλάκα της αγίας τράπεζας, κατά τη μαρτυρία της τελευταίας ηγουμένης του νεότερου μοναστηριού, ανευρέθη και φυλάσσεται στο μοναστήρι. Δεν αποκλείεται να ανήκε στην Αγία Τράπεζα του παλαιού μοναστηριού.

Ισχυρή τοιχοδομία και σε μεγάλο ύψος περιέβαλε ολόγυρα το καθολικό και τα κελλιά και διαμόρφωνε ευρύτατη εσωτερική έκταση με αυλές, πεζούλες και άνετους χώρους ενός οργανωμένου μοναστικού βίου.

Πολλά αρχιτεκτονικά μέλη του καθολικού (λίθινες παραστάδες, πώρινες επιστέψεις, βάσεις τοξοστοιχιών, κέραμοι στέγης, ξυλοδεσιές, τμήματα τοιχοδομίας και άφθονα τούβλα) εντοπίζονται, άλλα κατά χώραν και άλλα σε σωρούς ερειπίων και υποκρύπτουν επάλληλες χρονολογικές φάσεις. Απαιτείται εμπεριστατωμένη ανασκαφική έρευνα και τεκμηρίωση-μελέτη των δεδομένων προκειμένου να συναχθούν συμπεράσματα για την οικοδομική ιστορία της Κάτω Παναγιάς.

 

ΝΕΑ ΜΟΝΗ

Το παραδοσιακό τετράγωνο κλειστό σχήμα της μονής περιβάλλεται με προστατευτικό μαντρότοιχο. Είναι διαμορφωμένο με διώροφα και μονώροφα κτίρια με χαγιάτια από όλες τις πλευρές, ενώ στο κέντρο βρίσκεται το καθολικό. Η είσοδος της Αρτοκωστάς στην ανατολική πλευρά οδηγεί μέσα από διαβατικό στο προαύλιο.

Στη νέα της θέση η μονή της Ορθοκωστάς προστατευόταν από ισχυρό πύργο στη νοτιοανατολική πλευρά του συγκροτήματος, ο οποίος μάλιστα, σύμφωνα με επιγραφή, ανακαινίστηκε μαζί με τα κελλιά της μονής το 1727 με έξοδα του μητροπολίτου Αγχιάλου Καλλινίκου Κοντοσταύλου.

 

Καθολικό της Νέας Μονής

Το αρχικό καθολικό της νέας μονής κτίστηκε στα 1617 και μαρτυρείται ότι εσωτερικά έφερε τοιχογραφίες που εκτέλεσαν ο Χριστόδουλος Καλλέργης (1698) και αργότερα ο Ανατόλιος ιεροδιάκονος (1796). Το καθολικό αυτό καταστράφηκε με την πυρπόληση του Ιμπραήμ το 1826. Στο καινούργιο καθολικό που κτίστηκε μερικές δεκαετίες αργότερα ακριβώς στην ίδια θέση με το παλιό, διατηρήθηκαν εικόνες του αρχικού καθολικού και το δάπεδό του, που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και χρονολογείται βάσει επιγραφής στα 1627. Έχει πλακοστρωθεί με μεγάλες σχιστολιθικές πλάκες. Στη θέση του ομφάλιου είναι τοποθετημένο ένα πέτρινο πλαίσιο με διαστάσεις: 1.10 x 1.10 μ. με ανάγλυφο δικέφαλου αετού και με επιγραφή στις πλευρές του τετραγώνου.

Στα υπόλοιπα τμήματα του δαπέδου του αρχικού καθολικού (βόρεια, νότια και δυτικά) έχουν τοποθετηθεί ανάγλυφα λαϊκής κατασκευής, περιβαλλόμενα επίσης με εξάπλευρα γωνιακά πλαίσια: παράσταση λέοντα μπροστά από σχηματοποιημένο δέντρο, πτερωτού θηρίου και πτηνού που προσφέρει τροφή στα νεογνά του μέσα στη φωλιά και μονόκερου κάτω από το δέντρο, ενώ τα κενά των τριών αναγλύφων παραστάσεων γεμίζουν ανθέμια.  

Ο σήμερα υφιστάμενος ναός που κτίστηκε στα 1864 είναι αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Πρόκειται για  τετρακιόνιο εγγεγραμμένο σταυροειδή ναό με εξάπλευρο τρούλο. Οι διαστάσεις του ναού είναι περίπου 13.00 x 9.00 μ. Η κύρια είσοδός του ανοίγεται στη δυτική πλευρά, ενώ τοξωτή θύρα υπάρχει και στη νότια πλευρά του μνημείου. Φωτίζεται από τα έξι τοξωτά παράθυρα του τρούλου, από τα δύο ανοίγματα σε κάθε τύμπανο του σταυρού και από τις φωτιστικές θυρίδες του ιερού. Χωρίζεται σε νάρθηκα και κυρίως ναό. Εξωτερικά κοσμήματα στο κύριο σώμα του ναού αποτελούν η ημιεξάγωνη κόγχη του ιερού και το επιβλητικό κωδωνοστάσιο στη νοτιοδυτική γωνία της κύριας εισόδου, το οποίο προσαρμόζεται σε διώροφο πρόσθετο κτίσμα με δίλοβα τόξα και αετώματα. Πάνω από τη νότια θύρα υπάρχει εντοιχισμένο γλυπτό με παράσταση λέοντος και δύο μαρμάρινες πλάκες επί της προσόψεως του ναού με σχετικά κείμενα, τοποθετημένες εκατέρωθεν της κύριας εισόδου.

Στο εσωτερικό του ναού τον τρούλο στηρίζουν κτιστοί πεσσοί και τον διαιρούν σε τρία κλίτη. Το ιερό χωρίζεται από τον κυρίως ναό με απλό ξυλόγλυπτο τέμπλο επί του οποίου έχουν τοποθετηθεί ενδιαφέρουσες δεσποτικές εικόνες, έργα του 1692, που προέρχονται από το αρχικό καθολικό της νέας μονής, επισκευασμένες πιθανόν το 1872.

Σύγχρονος ζωγράφος κάλυψε εσωτερικά τους τοίχους του καθολικού με αγιογραφίες (παραστάσεις μεμονωμένων αγίων κ.ά.) Σε διάφορα σημεία των τοίχων έχουν εντοιχισθεί επιγραφές που μαρτυρούν τις κατά καιρούς γενόμενες ανακαινίσεις κελλιών, του πύργου, της τράπεζας κ.ά., καθώς και των προσώπων που συνετέλεσαν σε αυτές ή κάλυψαν σχετική δαπάνη.

 

ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ

Μεγάλη μαρμάρινη πλάκα εντοιχισμένη στη δυτική πρόσοψη του ναού, αριστερά της θύρας, η οποία οδηγεί από τον εξωνάρθηκα στο ναό, φέρει επιγραφή όπου γίνεται λόγος για νέα εκ βάθρων ανέγερση του ναού το 1864, καθώς είχε πυρποληθεί η μονή από τον Ιμπραήμ κατά την Επανάσταση. Η επιγραφή αναφέρει τα ακόλουθα σε μεγαλογράμματη γραφή:

Ο ΠΕΡΙΚΑΛΛΗΣ ΤΑΝΥΝ ΟΥΤΟΣ ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΣΕΒΑΣΜΙΑΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΟΡΘΟΚΩΣΤΑΣ ΤΙΜΩΜΕΝΟΣ ΕΠΟΝΟΜΑΤΙ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΠΥΡΠΟΛΗΘΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΩ ΕΧΘΡΙΚΗΝ ΕΠΙΔΡΟΜΗΝ ΤΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΟΥ ΙΜΒΡΑΗΜ ΠΑΣΑ ΤΩ Α Ω Κ ΣΤ ΕΤΕΙ ΚΑΙ  ΚΑΤΑΠΕΣΩΝ ΟΥΤΟΣ ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ ΓΗΣ ΤΩ Α Ω Ξ Δ ΣΩΤΗΡΙΩ ΕΤΕΙ ΔΙΟΛΩΝ ΕΞΟΔΩΝ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΜΟΝΗΣ ΕΓΚΡΙΣΕΙ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΜΑΤΟΥ ΚΑΙ ΕΝΘΕΡΜΟΥ ΖΗΛΟΥ ΤΟΥ ΤΟΤΕ ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥΠΙΚΛΗΝ ΜΠΟΥΛΟΥΚΟΥ ΕΚ ΧΩΡΑΣ ΠΡΑΣΤΟΥ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΑΝΤΙΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΥΝΟΥΡΙΑΣ ΚΥΡΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΣΙΑΤΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΥΟΝΤΟΣ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ ΤΟΥ ΘΕΟΣΕΒΕΣΤΑΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α΄ΓΟΝΟΥ ΟΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ ΕΣΠΕΡΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΤΗΣ ΔΑΝΙΑΣ.

 

Η άλλη επιγραφή, σε πλάκα διαστάσεων 0,40 x 0,60 μ. δεξιά της θύρας εισόδου και σε ύψος περίπου δύο μέτρων από το έδαφος, αναφέρει σε 19 στίχους μεγαλογράμματης γραφής τα ακόλουθα:

 

ΑΝΕΚΑΙΝΙCΘΗ Η CΕΒΑCΜΙΑ ΚΑΙ ΘΥ Α ΚΑΙ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΗC ΟΝΟΜΑ ΤΙΜΩΜΕΝΗ ΤΗC ΥΠΕΡΑΓΙΑC ΔΕCΠΟΙΝΗC ΗΜΩΝ Θ(ΕΟΤΟ)ΚΟΥ Κ(ΑΙ) ΕΠΙΚΕΚΛΗΜΕΝΗC ΑΡΤΟΚΩΣΤΑC ΕΠΙ ΤΗΣ ΒΑCΙΛΕΙΑC ΤΟΥ ΕΥCΕΒΕCΤΑΤΟΥ ΒΑCΙΛΕΩC ΗΜΩΝ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ  ΔΙΑ CΥΝΔΡΟΜΗC ΤΟΥ ΤΙΜΗΟΤΑΤΟΥ ΚΥΡΑΝΤΩΝΙΟΥ CΑΡΑΝΤΑΡΙ ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟC ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΤ Λ Γ΄(=1424/25) ΕΤΟC ΑΠΟ Χ(ΡΙΣΤ)ΟΥ= Α Ψ Ι Α ΕΞΑΝΑΚ(ΑΙ)ΝΙCΘΗ Η ΑΝΩΘΕΝ ΜΟΝΗ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ ΔΙΑ ΠΛΕΟΝ CΤΕΡΕΟCΙΝ ΤΗC ΑΡΙCΤΟΚΡΑΤΕΙΑC ΤΩΝ ΒΕΝΕΤΩΝ. ΔΙΑ CΥΝΕΡΓΕΙΑC ΤΟΥ ΕΝΔΕCΙΜΟΤΑΤΟΥ ΗCΑΙΟΥ ΙΕΡΩΜΟΝΑΧΟΥ ΤΟΥ ΚΑΙ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗC ΑΥΤΗC ΜΟΝΗΣ Κ(ΑΙ) ΔΙΕΞΟΔΟΥ ΤΩΝ ΤΙΜΙΩΝ ΑΡΧΟΝΤΩΝ ΚΥΡ ΙΩΑΝΝΗ ΤΡΟΥΧΑΝΗ ΚΩΝCΤΑΝΤΗ Κ(ΑΙ) ΓΕΩΡΓΗ. ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ. ΜΝΗCΘΗΤΙ Κ(ΥΡΙ)Ε ΤΑC ΨΥΧΑC ΑΥΤΩΝ Κ(ΑΙ) ΤΩΝ ΚΟΠΙΑCΑΝΤΩΝ Π(ΑΤΕ)ΡΩ(Ν) CΥΝ(ΑΥ)ΤΩΝ ΟΙ ΔΕ ΑΝΩΘΕΝ ΟΝΟΜΑC(ΘΕΝΤΕΣ) ΕΚ ΧΩΡΑC ΠΡΑCΤ(ΟΥ).

Η  επιγραφή που βρίσκεται στο δάπεδο αναφέρει το έτος πλακόστρωσης (1627):

Α Χ Κ Ζ. ΕCΤΡΩΘΗ Ο ΝΑΟΣ/ ΟΥΤΟΣ ΔΙΑ ΧΙΡΟΣ ΜΑΣΤΡΟΙΩΑΝΝΟΥ / ΔΙΑ ΕΞΟΔΟΥ ΤΟΥ ΤΙΜΙΩΤΑΤΟΥ ΚΥΡ ΣΤΑΜ/ΑΤΙΟΥ ΜΠΕΛΩΚΑ ΚΑΙ ΗΓΟΥΜΕΝΕΒΟΝΤΟΣ ΔΙΟΝΙCΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ

 

Στους τοίχους της μονής υπάρχουν και άλλες επιγραφές εντοιχισμένες. Όπως αυτή, στην κύρια είσοδο της ανατολικής πλευράς διαστάσεων: 0,45 x 0,40 μ, η οποία φαίνεται να αναφέρεται σε ανοικοδόμηση κελλιών της ανατολικής πλευράς και αναγράφει:

†ΑΝΕΚΑΙΝΙCΘΗ

CΑΝ ΤΑ ΚΕΛΛΙΑ ΤΗC

ΠΑΡΟΥCΗC ΠΛΕΥΡΑC

ΠΑΡΑ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

ΔΙ ΕΞΟΔΩΝ ΤΟΥ ΜΟΝΑ

CΤΗΡΙΟΥ ΕΙΣ ΜΝΗΜΟCΥ

ΝΟΝ ΑΥΤΩΝ 1780

 

Και μια επιγραφή διαστάσεων: 0,40 x 0,41μ στον Πύργο:

†ΑΝΑΚ(ΑΙ)ΝΙCΘΗ Ο ΠΑΡΩΝ ΠΥΡΓΟC

ΚΕ ΤΑ ΚΕΛΛΙΑ ΔΙΑ ΕΞΟΔΩΝ ΤΟΥ ΠΑΝ

ΙΕΡΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

ΑΧΙΑΛΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΛΥΝΙΚΟΥ ΚΟΝ

ΝΤΟCΤΑΥΛΟΥ ΚΕ CΥΝΕΡΓΙΑ ΤΟΥ Ω

CΙΟΤΑΤΟΥ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ

ΜΟΝΑCΤΗΡΙΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗCΑΪΟΥ ΙΕΡΟ

ΜΟΝΑΧΟΥ. ΜΝΗCΘΗΤΙ ΚΥΡΙΕ ΤΩΝ

ΨΥΧΩΝ ΑΥΤΩΝ Κ(ΑΙ) ΤΟΝ ΚΟΠΙΑCΑΝ

ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ. συν αυτόν- 1 7 2 7. ΙΟΥΛ.

 

Στη δυτική πλευρά υπάρχει μια άλλη (0.50 x 0.20 μ.) επιγραφή στη θέση όπου σήμερα λειτουργεί το Αρχονταρίκι:

 

Ε. ΑΠΟ Χ(ΡΙΣΤΟ)Υ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ -1701- ΕΚΤΗΣΘΗ Η ΠΑ

ΡΟΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΙΑ ΣΗΝΔΡΟΜΗΣ ΗΣΑΪΟΥ ΙΕΡΩ

ΜΟΝΑΧΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΑΥΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΜΝΗΣΘΗΤΙ

Κ(ΥΡΙ)Ε

ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΑΥΤΟΥ Κ(ΑΙ) ΤΩΝ ΚΟΠΙΑΣΑΝΤΩΝ Π(ΑΤΕ)ΡΩΝ

ΣΗΝ ΑΥΤΟ ΚΕ Ο ΑΝΟΘΕΝ ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΕΚ ΧΩΡΑΣ

ΠΡΑΣΤΟΥ

 

Στην αποθήκη της μονής υπάρχει ένα μικρό κανόνι σπασμένο και δύο τμήματα από αρχαίες κολόνες, που έχουν μεταφερθεί  από την Παλαιοπαναγιά,, σύμφωνα με την προφορική μαρτυρία του μοναχού Σωφρόνιου, ο οποίος υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας. Η μια κολόνα είχε χάραξη: νΕΚΤΑ/. ΑΚΙΣ/..ιΓΟΥ/ μενος ΘΕΟ/ΔΟCΙ/ΟΚ Ιερ/μχ.

Υπάρχει επίσης στο προαύλιο μια επιτύμβια πλάκα, με καλλίγραφη χάραξη. Στην Αρτοκοστά υπήρχε και εθνική επιτύμβια επιγραφή του Γ΄ ή Δ΄ αιώνα με κατάρες!  

ΚΕΙΜΗΛΙΑ

  1. 1. Η εικόνα της Παναγίας : Περιγραφή & Ιστορικά στοιχεία

Εκτός από τη λατρευτική της μαρτυρία και την μεγάλη σημασία της ως βυζαντινό έργο τέχνης, η εικόνα της Παναγίας αποτελεί και ιστορικό τεκμήριο. Η παλιά βυζαντινή εικόνα της Παναγίας έχει μια μακρά ιστορία, ένα οδοιπορικό που μας επιτρέπει να την παρακολουθήσουμε  από τον 14ο αιώνα έως τις ημέρες μας. Σήμερα βρίσκεται σε γυάλινη προθήκη, πάνω από το προσκυνητάριο (altare), δεξιά από το Ιερό Βήμα του ναού του San Samuele της Βενετίας και είναι γνωστή ως “La Beata Vergine delle Grazie”.

Η εικόνα, με διαστάσεις 0,80 x 0,56 μ. εικονίζει την Παναγία στον τύπο της Οδηγήτριας (Βρεφοκρατούσα). Λεπτουργημένη, θαυμάσια ασημένια επένδυση του 1424-25, εικάζεται ότι πρέπει να αντικατέστησε την πρώτη των ετών 1380-83. Η εικόνα περιβάλλεται από μεταλλική «περιφέρεια» νεώτερης τέχνης, της οποίας οι τρεις πλευρές – η πάνω και οι δύο πλάγιες – διαιρούνται σε 44 μικρά ανάγλυφα πλαίσια. Αυτά φέρουν περιοδικά στηθάρια Αποστόλων και σκηνές από το Δωδεκάορτο και οι παραστάσεις αυτές χωρίζονται επάλληλα με πλαίσιο με ανθικό κόσμημα. Η «περιφέρεια» αυτή εκτελέστηκε μετά τη μεταφορά της εικόνας στη Βενετία. Επίσης νεώτερο φαίνεται το τμήμα της επενδύσεως άνωθεν της κεφαλής της Θεοτόκου. Αφήνει ακάλυπτα τα πρόσωπα της Παναγίας και του Χριστού. Μεταγενέστερη λαϊκή παράδοση αποδίδει την εικόνα στον Ευαγγελιστή Λουκά και θεωρείται θαυματουργή – τα θαύματά της αναγράφονται από το 1664. Από αιώνες περιβάλλεται με ξεχωριστή λατρεία, τόσο από τους Βενετούς, όσο και από την Ελληνική Παροικία, που πρόσφερε χρήματα για το λάδι του καντηλιού της κάθε χρόνο ως τον 19ο αιώνα.

Είναι μία από τις τρεις σημαντικότερες βυζαντινές εικόνες που σε διαφορετικές εποχές και για διαφορετικούς λόγους μεταφέρθηκαν σε ισάριθμους ναούς της Βενετίας, όπου παραμένουν έως σήμερα και αποτελούν σημαντικά κειμήλια της λατρείας, της τέχνης και του πολιτισμού της βυζαντινής Ανατολής (α. Η Παναγία η Νικοποιός από την Κωνσταντινούπολη στον Άγιο Μάρκο, β. η Παναγία από τον Χάνδακα της Κρήτης στη Salute και γ. η Αρτοκωστά από το Ναύπλιο στο San Samuele). Τις περιπέτειες και τις μετακινήσεις της πολύπαθης εικόνας στη Βενετία παρακολουθούμε μέσα από τα Αρχεία του Πατριαρχείου της Βενετίας και του ναού του Αγίου Στεφάνου.

Κατά την επιδρομή των Τούρκων στην Πελοπόννησο, ο στρατηγός του δεσπότη (capitano del detto despoto), ονόματι «Protocastora», παρέλαβε την σεβάσμια εικόνα και τη μετέφερε στο Ναύπλιο, στην εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων, όπου ετιμάτο η γιορτή της με μεγάλη λαμπρότητα την 15η Αυγούστου. Αλλά, ως εκ θαύματος, όπως λέει η παράδοση, η εικόνα μετεπήδησε από αυτήν την εκκλησία στο ναό των Αγίων Αποστόλων και παρέμεινε εκεί μέχρι το έτος 1541, όταν με συνθήκη παρέδωσαν οι Ενετοί το Ναύπλιο στους Τούρκους. Προνοητής του Ναυπλίου ήταν κατά το έτος αυτό ο Francesco Barbaro, ο οποίος φεύγοντας στην Βενετία μαζί με πολλούς Έλληνες, μετέφερε και την εικόνα.

Σύμφωνα με τα αρχεία του Πατριαρχείου της Βενετίας και του ναού του San Stefano, ο Francesco Barbaro είχε στη Βενετία αδελφή, την Cassandra, μοναχή στην Αυγουστινιανή μονή των SS. Rocco e Margherita (η μονή αυτή είναι σήμερα γνωστή ως Istituto Ciliota, από το όνομα του ανακαινιστή Pietro Ciliota). Σε αυτήν έστειλε μέσω του φίλου του Marc’ Antonio Angusciola την θαυματουργή εικόνα, η οποία και τοποθετήθηκε σε ξύλινο εικονοστάσι στο κέντρο του ναού της μονής και παρέμεινε εκεί μέχρι το έτος 1597.

Κατά το έτος αυτό μια από τις μοναχές, η αδελφή Serafina Buotempo, η οποία είχε αρρωστήσει βαριά και είχε γιατρευτεί από θαύμα, ανήγειρε προς τιμήν της εικόνας καινούργιο παρεκκλήσιο, το οποίο και κόσμησε με πολυτελέστατο μαρμάρινο εικονοστάσι που σώζεται έως σήμερα. Σε αυτό το εικονοστάσι τοποθετήθηκε η εικόνα της Αρτωκοστάς με επίσημη τελετή την 11η Ιουλίου του 1597 «παρουσία του καρδιναλίου Lorenzo Priuli, τεσσάρων επισκόπων, του κλήρου, των ευγενών και πλήθους λαού».

Η εικόνα παρέμεινε στο παρεκκλήσι  των SS. Rocco e Margherita έως το έτος 1808, οπότε μετά το διάταγμα περί της καταργήσεως των μονών, η τελευταία ηγουμένη της μονής, αδελφή Maria Eccelsa Indrich, με πράξη που χρονολογείται την 18η Μαΐου 1810 και που επικυρώθηκε από το Πατριαρχείο Βενετίας την 4η Αυγούστου του ίδιου έτους, «παρέδωκεν κατ΄απόλυτον κυριότητα» την εικόνα στον ιερέα Giovanni Rossi, πρώην εξομολογητή των Αυγουστινιανών. Ο Rossi, όταν έγινε διάκονος του ναού του San Samuele, δώρισε και τοποθέτησε με δικά του έξοδα στο ναό αυτό την εικόνα της Παναγίας, στη θέση όπου βρίσκεται έως και σήμερα.

  1. 2. Βιβλιοθήκη

Στη Βιβλιοθήκη της μονής υπάρχουν χειρόγραφα του 16ου – 18ου αιώνα, σιγίλλιο του πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄(1820), παλαιές εικόνες, κ.λ.π., τα οποία ρίχνουν φως στην ιστορία του μοναστηριού. Από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα ενώθηκαν με τη μονή δύο άλλα σεβάσμια ησυχαστήρια της μονής: οι μονές Αγίου Δημητρίου Ρεοντινού και Αγίου Ιωάννου του Κλεισουρίου, των οποίων έγγραφα και κειμήλια διατηρούνται στη μονή Ορθοκωστάς. Σε κώδικα του 1743 της μονής Ρεοντινού διαβάζουμε τα ακόλουθα: «1853: εν μηνί Μαΐω κη΄ημέρα Πέμπτη εν ή και η εορτή της Αναλήψεως, περί τον όρθρον εν τοις Καλυβίοις Αγίου Ανδρέα, εκοιμήθη μετά πενθήμερον ασθένειαν ο ηγούμενος της μονής ταύτης του Ρεοντινού, Παρθένιος Γιαννιάς ιερομόναχος… επιζώντων δ’ εν τη μονή ταύτη κατ’ εκείνον τον χρόνον δύο μόνον μοναχών… επροτάθη η μετά της ιεράς μονής Ορθοκωστάς ένωσις τούτων και της μονής μεθ’ όλων των κινητών και ακινήτων πραγμάτων. Τη 16 Ιουνίου 1853». Και ακολουθούν οι υπογραφές.

 

  1. 3. Σκευοφυλάκιο

Στο σκευοφυλάκιο της μονής είναι αποθησαυρισμένα Τίμια Λείψανα των Αγίων: Δημητρίου του Μυροβλύτου, Δημητρίου του Νεομάρτυρος, Αθανασίου Αθωνίτου, Παντελεήμονος, Νικολάου, Τρύφωνος, Αναργύρων, Ξένης, Κυριακής, Κοδράτου, κ.ά.

 

  1. 4. Άλλα κειμήλια 

Στο «Κατάστιχον» της 1ης Φεβρουαρίου του 1828 καταγράφονται τα ιερά σκεύη της μονής. Ασημένια: ευαγγέλιο, δισκοπότηρο, 7 σταυροί, δίσκος, 4 καντήλια, κουτί με άγια λείψανα και μια πλάκα. Πολλά ιερά άμφια και μερικά απλά εκκλησιαστικά βιβλία. Σήμερα φυλάσσονται σε ειδική θήκη κεντημένα άμφια: επιτραχίλιο και μέγα αρχιερατικό ωμοφόριο, που ανήκε σε αρχιερέα Ρέοντος. Επίσης, στο «Κατάστιχον» καταγράφεται η μεγάλη κτηματική περιουσία της μονής.

ΜΕΤΟΧΙΑ

Στην Αρτοκωστά είχε προσαρτηθεί για ένα διάστημα η μονή Αγίου Δημητρίου Ρεοντινού. Στη σχετική αλληλογραφία του Ρεοντινού διαγράφεται η αποτυχημένη αυτή προσπάθεια συνένωσης των δύο μοναστηριών, που τελικά οι μοναχοί τους δεν μπόρεσαν να συνυπάρξουν. Οι μοναχοί του Αγίου Δημητρίου επέστρεψαν, όταν πλέον είχαν γεράσει, στη μονή της «Μετανοίας» τους.

Στην κυριότητα της μονής υπάγεται και το μετόχιο του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στον Άγιο Ανδρέα Κυνουρίας.

 

Μετόχι της μονής Αρτοκωστάς στον Άγιο Ανδρέα

Στην περιοχή λοιπόν του Δημοτικού διαμερίσματος Αγ. Ανδρέα του Δήμου Βόρειας Κυνουρίας Αρκαδίας υπάρχει από τον 16ο αιώνα, σύμφωνα με έγγραφες πληροφορίες, μετόχι της Ιεράς Μονής Αρτοκωστά (Ortho-Costa λόγω της κατακορύφου ακτής στην περιοχή του μετοχίου). Το μετόχι δημιουργήθηκε προκειμένου από το μικρό λιμάνι που ευρίσκεται πλησίον αυτού να εξυπηρετείται το κεντρικό μοναστήρι που βρίσκεται δυτικότερα σε ορεινή και πολύ δύσβατη περιοχή. Εξυπηρετούσε δε σαν σταθμός τις μετακινήσεις προσώπων και τις μεταφορές αγαθών.

Σήμερα, στο υφιστάμενο μετόχι του Ευαγγελισμού, οι σωζόμενες κτηριακές εγκαταστάσεις περιλαμβάνουν το μικρό καθολικό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου -επίσης παλαιό- που φέρει εντοιχισμένη πλάκα έξωθεν της εισόδου και στην οποία δηλώνεται ότι έγινε ανακαίνιση τον 18ο αιώνα και έναν πύργο που φέρει επιχρισμένη πλάκα με επιγραφή, η οποία δηλώνει τις εργασίες συντηρήσεως που πραγματοποιήθηκαν τον 18ο αιώνα  (προφανώς χρησιμοποιόταν για κατοικία των μοναχών και προκειμένου να προστατεύονται από ληστές, πειρατές, κ.λ.π.),. Επίσης, υπάρχουν τα ερείπια από άλλων κτιρίων (υπάρχουν ερείπια από περιμετρικούς τοίχους κτηρίου διαστάσεων 26,15x5,35μ.) και μεταξύ αυτού και του πύργου έχει κτισθεί πιθανώς τη δεκαετία του 1970 κτίριο που χρησιμοποιείται στον μεν όροφο ως κατοικία των μοναχών, στο δε ισόγειο – υπόγειο για την αποθήκευση υλικών.

ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΑ ΕΡΓΑ – ΕΡΓΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ

Το 2001 εγκρίθηκε μελέτη αποκατάστασης του Πύργου Μετοχίου με τη φροντίδα και τη δαπάνη της Ι. Μονής Υπεραγίας Θεοτόκου Ορθοκωστάς Πραστού Κυνουρίας και με την εποπτεία της 5ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.

Το 2005 εγκρίθηκε η έναρξη πενταετούς προγράμματος συστηματικής ανασκαφικής έρευνας στην Παλαιά Μονή Αρτοκωστάς, η οποία εντάχθηκε στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα της 5ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, υπό την διεύθυνση του καθηγητή Βυζαντινής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ. Αθ. Παλιούρα.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-        Αντωνακάτου Ν. – Μαύρος Τ., Ελληνικά Μοναστήρια, Μονές Αρκαδίας, Πελοπόννησος, τ. Β΄, Αθήνα 1979, σ.259-268.

-        Βαγενά Θ., Ιστορικά Τσακωνιάς και Λεωνιδίου, Αθήνα 1971, σ.223.

-        Γιαννόπουλος Θ. –Παρασκευόπουλος Χ., Αγιογραφία και αγιογράφοι, Αθήνα 1959, σ.54, 61.

-        Γριτσόπουλος Τ. Αθ., «Χριστιανικά μνημεία Πραστού», Πελοποννησιακά ΙΒ΄ (1976-77) σ.181.

-        Διαμαντόπουλος Αδάμ., «Κατάλογος επισκόπων και μητροπολιτών Αγχιάλου», Θρακικά, τ.Θ΄ (1938) 175.

-        Θεοχάρη Μαρία Σ., «Παναγία η Αρτοκωστά, La Beata Vergine delle Grazie», Αρχαιολογική Εφημερίς, 1960, σ. 228-252.

-        Κοντάκη Αναγν., «Ανέκδοτα Απομνημονεύματα», Κυνουριακή Επιθεώρησις 1 (1937 – 38) σ.34.

-        Κοφινιώτης Ε., Η Εκκλησία της Ελλάδος, Αθήνα 1897.

-        Λέκκος Ευάγγελος Π., Τα Μοναστήρια του Ελληνισμού: Ιστορία – Παράδοση - Τέχνη, τ. Β΄, Αθήνα 1998, σ.92-93.

-        Μητροπολίτου Μαντινείας και Κυνουρίας Αλεξάνδρου, Τα Μοναστήρια της Τσακωνιάς, Μονή Παναγίας Ορθοκωστάς, Ανάτυπον από την Ιστορία της Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας, Αθήναι 2000, σ.181-220.

-        Ξυγγοπούλου Α., «Η Εικών της Θεοτόκου εν τη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου», ΑΕ 1933, σ.101-109.

-        Ορλάνδου Α., Βυζαντινά Μνημεία Καστοριάς, Αρχείον Βυζαντινών Μνημείων Ελλάδος, τ. Δ΄, τεύχος 2, 1938, σ.113.

-        Παπαδοπούλου Ν., «Λακεδαιμονίας εκκλησιαστικά έγγραφα», Λακωνικά, τεύχ. Α΄ (1932), σ.328-329 .

-        Σαραντάκης Πέτρος, Αρκαδία: Τα μοναστήρια και οι εκκλησίες της, Οδοιπορικό 10 αιώνων, Αθήνα 2000, σ. 183-186.

-        Σωτηρίου Γ., Χριστιανική και Βυζαντινή Αρχαιολογία, τ. Α΄, Αθήνα 1942, σ.497-498.