ΕλληνικάEnglish (UK)

Ιερά Μονή Άγιου Νικόλαου Καλτεζών

ΚΗΡΥΞΗ:  ΒΔ 30-9-1938, Φ.Ε.Κ. 374/τ.Β΄/14-10-1938

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ - ΘΕΣΗ

Ο Άγιος Νικόλαος Καλτεζών απέχει από την Τρίπολη 30 χιλιόμετρα, από την Κάτω Ασέα 11 χιλιόμετρα, ενώ βρίσκεται σε απόσταση 2,5 χιλιομέτρων έξω από το ομώνυμο χωριό Καλτεζές, που στα σλάβικα σημαίνει «πηγάδια». Το χωριό είναι κτισμένο σε υψόμετρο 680 μέτρων, κοντά στα ερείπια μίας αρχαίας πολιτείας, της Παλιόχωρας, όπως άλλωστε μαρτυρούν τα κατάλοιπα αρχαίας οχυρώσεως και άφθονα λείψανα μεσαιωνικού οργανωμένου βίου γύρω από το φρούριο του Αγίου Γεωργίου, το Κάστρο της Παλιόχωρας, τα κατάλοιπα οικιών, ιερών και διάφορες εγκαταστάσεις. Ανατολικά του χωριού έχει διατηρηθεί το τοπωνύμιο «της Ελένης το Πηγάδι» και πιθανολογείται ότι εκεί τελούνταν τα «Ελένεια», αγώνες καλλιστείων.

Η μονή βρίσκεται κτισμένη στα νότια του Νομού Αρκαδίας, σε μικρό οροπέδιο και σε θέση μεγάλης στρατιωτικής σημασίας. Ιδρύθηκε περί τα τέλη του 18ου αιώνα και από το 1920 λειτουργεί ως γυναικεία μονή υπό την Ιερά Μητρόπολη Μαντινείας και Κυνουρίας. Σήμερα, εγκαταβιούν στη μονή τέσσερις μοναχές.

 

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ – ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

Η ίδρυση της μονής περιβάλλεται με λαϊκές αφηγήσεις των περιοίκων, που την ανάγουν σε θαυματουργό εκδήλωση του τιμώμενου Αγίου Νικολάου για την αποκάλυψη της εικόνας του. Οι αφηγήσεις για την ίδρυση της μονής δεν συμπίπτουν απολύτως, ούτε ως προς το βασικό τους περιεχόμενο, ούτε ως προς τη μορφή της διατυπώσεως, γιατί είναι λαϊκές, θρησκευτικές και λόγιες. Η πλέον δημοφιλής εκδοχή είναι του Ηλία Λυρώνη.

Ο Λυρώνης καταγόταν από τις Καλτεζές, αλλά διέμενε και εργαζόταν  στη Σμύρνη, όπου είχε μετοικήσει μαζί με τον αδελφό του κατά τα μέσα του 18ου αιώνα προς ανεύρεση καλύτερης τύχης. Ήταν μνηστευμένος, αλλά ανέβαλλε την τέλεση του γάμου του, γιατί τρεις φορές είδε στον ύπνο του τον Άγιο Νικόλαο, που του έλεγε να επιστρέψει στην πατρίδα του, να μεταβεί σε ερημικό εκκλησάκι, να κάνει ανασκαφή σε ορισμένο σημείο που του υπεδείκνυε, να βρει την εικόνα του και στο σημείο αυτό να κτίσει την εκκλησία του και να γίνει μοναχός. Το εκκλησάκι αυτό του θρύλου πιστεύεται ότι είχε σπουδαία αξία, αλλά δεν προσδιορίζεται η θέση του και δεν αποκλείεται να πρόκειται για τον Άγιο Χριστόφορο – Αιξιοφόρο, ο οποίος ονοματοδοτεί ολόκληρη την περιοχή. Ο Λυρώνης ακολούθησε την υπόδειξη του Αγίου, επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του και με τη βοήθεια των συγχωριανών του, το 1696, βρήκε μετά από ανασκαφή την εικόνα του Αγίου Νικολάου και την παρέλαβε μαζί του στη Σμύρνη για να ιδρύσει ναό. Αλλά ο άγιος αντέδρασε και σταμάτησε τον πλού για την Σμύρνη. Έτσι, επέστρεψε ο Λυρώνης στις Καλτεζές, άρχισε έρανο και ίδρυσε τη μονή, της οποίας έγινε ο πρώτος ηγούμενος.

Στην αρχή έκτισε ένα κελλί για να διαμένει και ένα μικρό ναΰδιο «για να καίει ακοίμητο καντήλι εμπρός στην άγια εικόνα», στην «Εύρεση» όπως λέγεται και έγινε μοναχός με το όνομα Ανανίας. Έζησε οσιακό βίο και εργάστηκε με ζήλο και αυτοθυσία, γι’ αυτό και η τοπική παράδοση τον μνημονεύει με το όνομα «Αγιοπατέρας». Κτήτωρ και ηγούμενος του μοναστηριού ο Λυρώνης γνώρισε και δεύτερο θαύμα του προστάτη του. Παραπονέθηκε στον άγιο, γιατί ο Τούρκος αγάς ατιμώρητος λεηλατούσε τη μονή. Τότε ο άγιος τον καθήλωσε επιτόπου, έως ότου ο Τούρκος αγάς αποζημίωσε τη μονή, προσφέροντας διάφορα δώρα και λάδι για το καντήλι του αγίου Νικολάου, ενώ πάντα όταν τον ρωτούσαν βεβαίωνε το θαύμα. Έτσι, οι Τούρκοι απέφευγαν να πλησιάσουν το Μοναστήρι.

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, η θεμελίωση της μονής ανάγεται στην συγκεκριμένη ημερομηνία: 22 Απριλίου 1719 από δύο ερημίτες, τον Άνθιμο και τον Καλλίνικο, οι οποίοι έκτισαν κοντά στην καλύβα τους ναό και κελλιά, αλλά η προσπάθειά τους αυτή απαίτησε ολόκληρη 40ετία και την συνδρομή των γύρω χριστιανών και ορισμένων οθωμανών.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ – ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

Η Μονή Καλτεζών, βρισκόμενη στο νοτιότερο άκρο της επαρχίας Μαντινείας, άρχισε να κτίζεται το 1719 από τους ιερομόναχους ερημίτες Άνθιμο και Καλλίνικο. Η χρονολογία 1719 βρίσκεται κοντά στο έτος επανεγκαταστάσεως των Τούρκων μετά την εκδίωξη των Ενετών (Β΄ Ενετοκρατία 1687-1715) και μετά την αναστάτωση των πρώτων ετών της μεταβολής. Δεν αποκλείεται να τοποθετηθεί στο έτος αυτό η ίδρυση ή πιθανότερα η ανακαίνιση παλαιότερης μονής, που υπέστη καταστροφές.

Το 1720 αρχίζει να κτίζεται ο ναός του Αγίου Νικολάου και γύρω του  κελλιά. Μέσα σε σαράντα χρόνια οι μοναχοί έγιναν είκοσι και το μοναστήρι απέκτησε περιουσία με τα αφιερώματα των πιστών. Βέβαιο είναι, όπως προκύπτει και από μερικές επιγραφές εντοιχισμένες στα κτίσματα της μονής Καλτεζών, ότι το κτίσιμο πραγματοποιήθηκε μέσα στο 18ο αιώνα και ολοκληρώθηκε το 1795, πιθανόν πάνω σε ερείπια άλλου αρχαιότερου ναού ή καθολικού μονής.

Από το 1795 και μέχρι τον ερχομό του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο το μοναστήρι βρισκόταν σε πολύ καλή οικονομική κατάσταση και μάλιστα διέθετε και υδραγωγείο.

Η μονή αποτελεί ένα από τα πιο φημισμένα μοναστήρια της Μαντινείας, καθώς εκεί συντελέστηκε ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα του Εικοσιένα: η πρώτη Συνέλευση και η σύσταση της Πελοποννησιακής Γερουσίας, το Μάη του 1821. Με πρόεδρο τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, 37 πρόκριτοι, πληρεξούσιοι – αντιπρόσωποι των επαρχιών, ύστερα από συνεδριάσεις λίγων ημερών, συγκρότησαν την Πελοποννησιακή Γερουσία εκλέγοντας έξι επιτρόπους: τον Πετρόμπεη, τον Επίσκοπο Βρεσθένων Θεοδώρητο, τον Σ. Χαραλάμπη, τον Θ. Κανακάρη, τον Αναγνώστη Δεληγιάννη και τον Ν. Πονηρόπουλο, με γραμματέα τον Ρήγα Παλαμήδη. Η εξαμελής αυτή επιτροπή γινόταν έτσι ο πυρήνας ενός πρώτου Κυβερνητικού Οργανισμού, αναλαμβάνοντας την ευθύνη της πολεμικής οργάνωσης της χώρας και τον εφοδιασμό της. Στις  26 Μάη 1821 υπέγραψαν το πρώτο πρωτόκολλο, ορίζοντας ως επόμενη έδρα τη Στεμνίτσα. Και την 1η Ιουνίου υπέγραψαν, πάλι στις Καλτεζές, την πρώτη εγκύκλιο, που έστειλαν στους προεστούς και σε όλα τα σημαίνοντα πρόσωπα του Μοριά.

Δύο χρόνια πριν, το Μάη του 1819, στην ίδια τη μονή Καλτεζών είχε προηγηθεί η πρώτη ουσιαστικά συνέλευση των προεστών και των οπλαρχηγών, με στόχο την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Η Συνέλευση αυτή, που διαλύθηκε χωρίς να λάβει αποφάσεις συνήλθε σε ένα μικρό μυστικό κελλί στη ΝΔ πτέρυγα του μοναστηριού, με διαστάσεις 3.00 x 5.00 μ., το οποίο αργότερα μετετράπη στον Ι. Ναό του Αγίου Κάρπου.

Το 1825 η Μονή πυρπολείται και πολιορκείται από τον Ιμπραήμ. Όλα τα βόρεια κελλιά της κάηκαν, ενώ καταστράφηκαν και τα έγγραφα και οι τίτλοι της. Τα χρόνια που ακολούθησαν ύστερα από την απελευθέρωση, την οδήγησαν σε οικονομική κατάπτωση και αφάνεια. Ωστόσο, η Μονή Καλτεζών υπήρξε καταφύγιο του γύρω πληθυσμού όλα τα χρόνια του Αγώνα. Η υπόγεια μυστική της διάβαση, που έχει έξοδο στη νοτιοδυτική πλευρά της μονής και διατηρείται έως και σήμερα, είχε σώσει πολλούς καταδιωγμένους.

Στις 20 Ιανουαρίου του 1838 κηρύσσεται με Βασιλικό Διάταγμα «ιστορικόν μνημείον», ενώ στις 25 Φεβρουαρίου του 1846, με άλλο Βασιλικό Διάταγμα, διαλύεται εξαιτίας της έλλειψης μοναχών και ενώνεται ως μετόχι με τη Μονή Τσιπιανών (Γοργοεπηκόου). Το 1921 η Μονή απαλλάσσεται από τους δεσμούς εξάρτησής της από την Τσιπιανών, αναγνωρίζεται ως γυναικεία κοινοβιακή και αυτοδιοίκητη και αρχίζει η αναδιοργάνωσή της.

Τότε γιόρτασε και επισήμως την εκατονταετηρίδα από το 1821 και την Α΄ Πελοποννησιακή Συνέλευση, οπότε και μετετράπη ο χώρος της Συνελεύσεως σε ναό προς τιμήν του Αποστόλου Κάρπου, που γιορτάζει την 26η Μαΐου, ημερομηνία κατά την οποία έγινε η ορκομωσία της Συνελεύσεως.

Το 1921, οπότε και επανιδρύθηκε, άρχισε και η εκτεταμένη ανοικοδόμηση του μοναστηριού. Από το 1925 ως το 1932 στη Μονή λειτούργησε Επαγγελματική Σχολή Θηλέων, με πρωτοβουλία της τότε ηγουμένης Ευφημίας Βαρουξάκη, την οποία διαδέχθηκε η Αγάπη Αναγνωστοπούλου. Η ανακαίνιση των παλαιών και η προσθήκη άλλων απαραίτητων κτισμάτων συνεχίσθηκαν και στα επόμενα χρόνια.

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

  1. 1. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΚΤΗΡΙΑΚΟΥ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΟΣ

Ο Άγιος Νικόλαος ή μονή Καλτεζών ή και Καλτεζιάς αποτελεί ένα ωραίο και γραφικό κτηριακό συγκρότημα, που διατηρεί σε καλή κατάσταση τα παλαιά κελλιά του. Η μονή έχει διατηρήσει με όλες τις προσθήκες και ανακαινίσεις τον αρχικό της φρουριακό χαρακτήρα: και σήμερα διώροφα κελλιά περικλείουν σε τετράγωνο σχήμα τον αύλειο χώρο της. Η κάθε πλευρά του συγκροτήματος είναι περίπου 50 μέτρα και στο κέντρο βρίσκεται το καθολικό του Αγίου Νικολάου.

Πάνω από την κύρια είσοδο της μονής, στην ανατολική πλευρά, υπάρχει εντοιχισμένη πλάκα με το χάραγμα:

Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ/ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΗΣ ΚΑΛΤΕΖΑΣ

ΕΠΟ/ΝΟΜΑΖΟΜΕΜΗ ΩΚΟΔΟΜΙΘΗ ΕΠΙ/ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΣΕΛΙΜ Γ’

ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ / ΤΟΥ ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ Κ(ΥΡΙΟ)Υ ΑΝΑΝΙ-

ΟΥ ΜΟΝΑ/ΧΟΥ ΕΚ ΚΩΜΗΣ ΡΟΥΜΑΝΗ ΚΑΙ ΚΑΛΤΕΖΑΣ / ΧΑΡΙΝ

ΨΥΧΙΚΗΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑ/ΠΑΥΣΕΩΣ ΤΩΝ ΜΕΤΑΓΕ-

ΝΕΣΤΕΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ/ΕΝ ΕΤΕΙ CΩΤΗΡΙΩ / 1795.

 

Η ύπαρξη παλαιότερου χριστιανικού ναού στη θέση του καθολικού ή στην ευρύτερη περιοχή δεν αποκλείεται, καθώς υπάρχουν διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη, όπως κορμός κίονα και τμήμα από λιθόγλυφο επιστύλιο τέμπλου εντοιχισμένο σήμερα στο γείσο του καθολικού, που πιθανόν να προέρχεται από παλιότερο ναό. Από το υπόγειο πέρασμα που διασώζεται στη ΝΔ γωνία των πτερύγων, μπορούσαν να διαφύγουν οι έγκλειστοι στη μονή σε περίπτωση αποκλεισμού τους από τους Τούρκους.

Η επιλογή της μονής Καλτεζών για την σύγκληση της Παμπελοποννησιακής Γερουσίας έγινε, γιατί αφ’ ενός ήταν σε μέρος απομακρυσμένο από τα συνήθη οδικά περάσματα, ταυτόχρονα δε σε κομβικό σημείο, όσον αφορά τη δυνατότητα γρήγορης προσέλευσης των οπλαρχηγών από Τρίπολη, Καλαμάτα και Μάνη και οχύρωσής τους σε περίπτωση επίθεσης. Εξαιτίας μάλιστα του οχυρού χαρακτήρα της μονής, στο πλαίσιο των Τουρκικών αντιποίνων ο Ιμπραήμ -μετά από μάχη- έβαλε φωτιά στη μονή και στο δάσος βελανιδιών που υπήρχε τριγύρω. Η εκκλησία φαίνεται ότι δεν κάηκε, οι πτέρυγες όμως των κελλιών υπέστησαν σημαντικές ζημιές. Μετά την προέλαση του Ιμπραήμ οι μοναχοί ξαναγύρισαν και επισκεύασαν μέρος από τα ισόγεια κελλιά. Από το 1915 μέχρι τις παραμονές του πολέμου έγιναν σημαντικής έκτασης οικοδομικές εργασίες σε όλες τις πτέρυγες των κελλιών. Στο ΝΑ κελλί, όπου συνεδρίασε η Παμπελοποννησιακή Γερουσία, εγκαινιάστηκε ο Ι. Ναός του Αγίου Κάρπου, που γιορτάζει στις 26 Μάη.

Με εξαίρεση τους εξώστες από σκυρόδεμα, οι επεμβάσεις των μέσων του 20ου αιώνα έχουν οριστικά επηρεάσει το αρχιτεκτονικό ύφος των πτερύγων και του έχουν προσδώσει αυτόν τον λαϊκότροπο – νεοκλασσικίζοντα χαρακτήρα, που απαντάται σε πολλά μοναστήρια της Πελοποννήσου και της Στερεάς και αλλοιώνει το ύφος του μνημείου.

Το κύριο χαρακτηριστικό που καθιστά τη μονή διατηρητέο μνημείο είναι τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στην περίοδο της Επαναστάσεως κατά των Τούρκων και δευτερευόντως τα μορφολογικά της στοιχεία, τα οποία είναι αρκετά αλλοιωμένα. Δεν πρέπει να αγνοηθεί ο αγροτικός – κτηνοτροφικός χαρακτήρας των δραστηριοτήτων της μονής, η οποία μέχρι στιγμής δεν έχει άλλα σημαντικά έσοδα. Την κάλυψη των αναγκών αυτών εξυπηρετούν οι ισόγειοι θολωτοί χώροι στις πτέρυγες, που λειτουργούν ως αποθηκευτικοί χώροι.

Στο παρελθόν και για ένα σύντομο χρονικό διάστημα η μονή λειτούργησε και ως «Βιοτεχνικό Σχολείο» υφαντικής – οικοκυρικής για ορφανά κορίτσια, δραστηριότητα πολύ σημαντική με κόστος όμως που δεν μπόρεσε να αντέξει η Μονή. Η δραστηριότητα αυτή θα προβληθεί με την δημιουργία μουσείου στην αίθουσα, όπου διατηρούνται ακόμα οι αργαλειοί και η δημιουργία εκθετηρίου χειροτεχνημάτων.

Στον εσωτερικό προαύλιο χώρο της Μονής διαμορφώθηκαν ανθόκηποι και ανεγέρθη μνημείο προς τιμήν των πεσόντων του 1821. Επίσης, αξιοποιήθηκε ο χώρος του «κρυφού σχολειού» με αγιογραφία και παραστάσεις σχετικές με τη Συνέλευση. Στη μυστική κρύπτη, που μέσα από αυτήν διέφευγαν οι μοναχοί και οι αγωνιστές κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας, τοποθετήθηκε σιδερένιο κιγκλίδωμα για λόγους προστασίας των επισκεπτών. Μεγάλο έργο αποτέλεσε και ο ηλεκτροφωτισμός της Μονής το 1970.

  1. 2. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΟΥ

Μετά το διαβατικό βρίσκεται το καθολικό  σε σταυρικό σχήμα και με τρούλο που στηρίζεται σε 6 κτιστούς πεσσούς  (διαστάσεων: 0,82 x 0,82 μ.), υπό των οποίων σχηματίζονται τρία κλίτη που στεγάζονται με καμάρες. Είναι διαστάσεων: 11 x 6 μέτρων, τρισυπόστατο  και τιμάται στο όνομα: Αγίου Νικολάου, προφήτη Ηλιού και Μεταμορφώσεως Σωτήρος. Ο ναός ανήκει στον τύπο του εγγεγραμμένου σταυρού, με έναν οκτάπλευρο τρούλο και άλλους δύο μικρότερους, χαμηλούς και τυφλούς, πάνω από την πρόθεση και το διακονικό. Ο ναός είναι λιθόκτιστος, με τοιχοποιΐα απλής λιθοδομής. Στη νότια πλευρά του ναού και πάνω από τη θύρα υπάρχει κόγχη με την εικόνα του Αγίου Νικολάου, ενώ πάνω από την θύρα της δυτικής πλευράς υπάρχει κόγχη με την εικόνα του Χριστού και πάνω από αυτήν υψώνεται διώροφο τρίλοβο καμπαναριό.

 

Το παρεκκλήσιο προς τιμήν του Αγίου Νεκταρίου βρίσκεται λίγα μέτρα βορειοδυτικά, έξω από τον περίβολο της μονής, στο κοιμητήριο της αδελφότητος. Κτίσθηκε το 1965.  Όταν η μονή έγινε γυναικεία, προόρισαν τον χώρο αυτό για κοιμητήριο και για τον σκοπό αυτό έκαναν ένα περιτοίχισμα, με υψηλή μάνδρα και μεγάλη σιδερόπορτα. Στις 13 Οκτωβρίου 1968 στο ναό κατετέθη μέρος των λειψάνων του αγίου Νεκταρίου, προσφορά του πατέρα Φιλοθέου Ζερβάκου, ηγουμένου Μονής Λογγοβάρδας, νήσου Πάρου.

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ – ΚΕΙΜΗΛΙΑ – ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ

Σήμερα, οι εσωτερικές επιφάνειες του ναού είναι αγιογραφημένες. Έχουν «ιστορηθεί» τα τελευταία χρόνια από την μοναχή Ειρήνη Κυριαζή. Εκτός από την εικόνα της «Ευρέσεως», μερικές ακόμη εικόνες, χωρίς ιδιαίτερο καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, συμπληρώνουν τον αγιογραφικό του διάκοσμο.

Η μοναχή Ειρήνη Κυριαζή ανέλαβε και έκανε τις τοιχογραφίες στους ναούς Αγίου Νικολάου, Αποστόλου Κάρπου (όπου συγκλήθηκε η Α΄ Γερουσία), Αγίου Νεκταρίου, στην πύλη της Μονής, στο «κρυφό σχολειό», στην τράπεζα προσκυνητών, ενώ έχει αγιογραφήσει  και άλλες φορητές εικόνες και πίνακες. Επειδή κατά το σεισμό που έγινε στην Καλαμάτα το 1986, το καθολικό της μονής έπαθε μεγάλες ρωγμές, το 1987 – 1988 έγινε γενική αναστήλωση του ναού. Μετά αγιογραφήθηκε ο κυρίως ναός από τη μοναχή Ειρήνη. Το ιερό και τον τρούλο του ναού τα είχε αγιογραφήσει η ίδια μερικά χρόνια πριν.

Στο τέμπλο υπάρχουν τέσσερις φορητές εικόνες, οι οποίες χρονολογούνται τον 18ο αιώνα (γύρω στα 1700) και προέρχονται από τη Σμύρνη. Απεικονίζεται η Παναγία Βρεφοκρατούσα, ο Σωτήρας Χριστός, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και ο άγιος Νικόλαος. Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, τις εικόνες αυτές τις παρήγγειλε ο Λυρώνης από τη Σμύρνη.

Παλλάδιον της μονής θεωρείται η φορητή εικόνα, η οποία στο άνω ήμισυ εικονίζει σκηνές από τη ζωή του τιμώμενου αγίου Νικολάου και στο κάτω ήμισυ απεικονίζεται ένθρονη η Θεοτόκος με σεβίζοντα τον άγιο Νικόλαο με την ακολουθία του.

 

ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ

Κατόπιν Υπουργικής Αποφάσεως πραγματοποιήθηκαν εργασίες στερέωσης και αποκατάστασης του μοναστηριακού συγκροτήματος. Το εν λόγω έργο, που ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2006, είναι ενταγμένο στο Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, εκτελείται από την Τεχνική Υπηρεσία της Ιεράς Μητρόπολης Μαντινείας και Κυνουρίας και υπό την εποπτεία αρχικά της 5ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και κατόπιν της 25ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-        Αλεξόπουλου Ν. Κ., Αρκαδικά Σύμμεικτα, Αθήνα 1911, σ.17.

-        Aντωνακάτου Ν.– Μαύρος Τ., Ελληνικά Μοναστήρια, Πελοπόννησος. Μονές Αρκαδίας, τ.Β΄,  Αθήνα 1979, σ.84-89.

-        Βελισσαρίου Π., «Του Χελμού τα Μέρη. Α΄ Παλιόχωρα Καλτεζών», Πρακτικά του Α΄ Τοπικού Συνεδρίου Λακωνικών Μελετών, Αθήναι 1982-83, σ.273-280.

-        Γριτσόπουλος Τ. Α., Η εκκλησία της Πελοποννήσου μετά την Άλωσιν, Αθήνα 1992, σ.309-310.

-        Γριτσόπουλος Τ.Α., «Τα μοναστήρια της Αρκαδίας», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, 1965, σ.180-81.

-        Λέκκος Ευάγγελος Π., Τα μοναστήρια του Ελληνισμού: Ιστορία – Παράδοση – Τέχνη, τ. Β΄, Αθήνα 1998, σ.81.

-        Μητροπολίτου Μαντινείας και Κυνουρίας Αλεξάνδρου, Τα Μοναστήρια της Μαντινείας, Ανάτυπον από την Ιστορία της Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας, Αθήνα 2000, τ. Β΄, σ.249-264.

-        Μιχαλόπουλος Ανδρέας, Ο Άγιος Νικόλαος Καλτεζών και η Πρώτη Εθνοσυνέλευσις, Αθήνα 1974, σ.9-47.

-        Μουτσοπούλου Ν. Κ., «Αι παρά την Τρίπολιν μοναί Γοργοεπηκόου, Βαρσών και Επάνω Χρέπας από αρχιτεκτονικής ιδίως απόψεως», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, τ. ΚΘ΄(1959) 390-445.

-        Σαραντάκης Π., Αρκαδία: Τα μοναστήρια & οι εκκλησίες της, Οδοιπορικό 10 αιώνων, Αθήνα 2000, σ.81-83.

-        Καρβέλας Γ. Δ., «Η ίδρυσις εν Καλτεζαίς της Πελοποννησιακής Γερουσίας», Χρονικά των Αρκάδων, τ. Α΄, 1959, σ.106-107.